Είναι η Παχυσαρκία Γραμμένη στο DNA μας?

Γράφει η Δρ. Ελευθερία Πειρουνάκη
Είναι η Παχυσαρκία Γραμμένη στο DNA μας?
Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, η παχυσαρκία έχει αναδειχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, με τα ποσοστά της να έχουν σχεδόν τριπλασιαστεί. Σήμερα πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων 159 εκατομμυρίων παιδιών, ζουν με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2035 τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι – ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός – αναμένεται να ζουν με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία.
Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις για αλλαγή τρόπου ζωής, το φαινόμενο διογκώνεται, εγείροντας ένα θεμελιώδες ερώτημα: γιατί κάποιοι άνθρωποι παραμένουν αδύνατοι χωρίς κόπο, ενώ άλλοι δίνουν καθημερινή μάχη με τη ζυγαριά κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες; Η απάντηση κρύβεται σε ένα περίπλοκο πλέγμα γενετικής προδιάθεσης και βιολογίας, το οποίο η σύγχρονη επιστήμη, αρχίζει πλέον να αποκωδικοποιεί.
Η κληρονομικότητα ως «άκαμπτο νήμα»
Η επιστήμη είναι πλέον σαφής: το σωματικό βάρος είναι ένα από τα πιο κληρονομήσιμα χαρακτηριστικά μας. Η κληρονομικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στις διαφορές μεταξύ των ατόμων όσον αφορά την ευαισθησία ή την αντίσταση σε ένα «παχυσαρκογόνο» περιβάλλον. Οι γενετικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το DNA μας ελέγχει τις κεντρικές οδούς της ενεργειακής ομοιόστασης – τον εσωτερικό μας μηχανισμό που ρυθμίζει την πείνα και τον κορεσμό.
Η γενετική συνιστώσα του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) εξηγεί το 40% έως 50% της διακύμανσής του στον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο εντυπωσιακό 60% έως 80% σε άτομα με σοβαρή παχυσαρκία. Αυτό υποδηλώνει ότι για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, η βιολογία αποτελεί ένα «άκαμπτο νήμα» που προκαθορίζει την τάση για αύξηση βάρους.
Πολύ σημαντικές μελέτες που φανερώνουν την γενετική κληρονομική συνιστώσα της παχυσαρκίας είναι οι μελέτες που αναδεικνύουν:
Οικογενειακή συσσώρευση: Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης παχυσαρκίας μεταξύ αδελφών είναι 3 έως 7 φορές μεγαλύτερος αλλά και οι μελέτες διδύμων και υιοθεσίας: Η σύγκλιση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) είναι πολύ υψηλότερη στους μονοζυγωτικούς διδύμους (74%) σε σχέση με τους διζυγωτικούς (32%), ακόμη και όταν ζουν σε ίδιο περιβάλλον. Επιπλέον, ο ΔΜΣ των υιοθετημένων παιδιών σχετίζεται άμεσα με εκείνον των βιολογικών τους γονέων και όχι των θετών, παρά το γεγονός ότι οι θετοί γονείς καθορίζουν το καθημερινό διαιτολόγιο.
Η επανάσταση της τεχνολογίας
Η πρόοδος στον τομέα της Γενετικής (Next-Generation Sequencing) και η δυνατότητα ανάλυσης ολόκληρου του εξώματος (Whole Exome Sequencing) επιτρέπουν πλέον στους επιστήμονες να εντοπίζουν δεκάδες χιλιάδες γενετικές παραλλαγές ανά άτομο. Αν και η διαδικασία είναι περίπλοκη, η μελέτη ασθενών με αυτές τις παραλλαγές έχει αποκαλύψει πάνω από 200 μεταλλάξεις σε περισσότερα από 33 γονίδια, με την συντριπτική πλειονότητα των διαγνωσμένων περιπτώσεων να αφορά μεταλλάξεις στα πρώτα 8-10 γονίδια του μονοπατιού της λεπτίνης-μελανοκορτίνης.
Γενετικός έλεγχος προς αποκλεισμό μονογονιδιακής παχυσαρκίας, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν όταν έχουμε έναρξη της παχυσαρκίας πριν την ηλικία των 5 ετών, απουσιάζουν κλινικά χαρακτηριστικά κάποιου συνδρόμου και έχουμε ένα BMI 3 τυπικές αποκλίσεις πάνω από τον μέσο όρο (3SD).
Μια νέα, ελπιδοφόρα γραμμή έρευνας στρέφεται στην αναγνώριση οικογενειών όπου η παχυσαρκία είναι ανύπαρκτη. Η αδυναμία (leanness/thinness) φαίνεται να είναι ένα χαρακτηριστικό εξίσου σταθερό και κληρονομήσιμο. Η κατανόηση αυτού του γενετικού στοιχείου προστασίας μπορεί να μετασχηματίσει την ανακάλυψη γονιδίων και να οδηγήσει σε νέες θεραπευτικές οδούς.
Η γεωγραφία του λίπους και η επιλεκτική ζευγάρωση
Η γενετική δεν καθορίζει μόνο το βάρος, αλλά και τη «γεωγραφία» του λίπους στο σώμα μας. Η κληρονομικότητα του σπλαχνικού λίπους (γύρω από τα όργανα) είναι ιδιαίτερα υψηλή (50%-55%), γεγονός που εξηγεί γιατί ορισμένα άτομα κινδυνεύουν περισσότερο από μεταβολικές νόσους.
Παράλληλα, η επιλεκτική ζευγάρωση (assortative mating) – η τάση μας να επιλέγουμε συντρόφους με παρόμοιο σωματότυπο – μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα των γονιδίων παχυσαρκίας στις επόμενες γενιές, ενισχύοντας το γενετικό υπόβαθρο της νόσου.
Επιγενετική: Όταν το περιβάλλον «μιλά» στα γονίδια
Ένα από τα πιο συναρπαστικά πεδία είναι η επιγενετική. Τεχνικές όπως οι μικροσυστοιχίες (microarrays) επιτρέπουν στους επιστήμονες να δουν πώς το περιβάλλον αφήνει «αποτυπώματα» στο DNA μας. Έρευνες δείχνουν ότι η διατροφή της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει αλλαγές (μεθυλίωση) που επηρεάζουν τον μεταβολισμό του παιδιού σε όλη του τη ζωή. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το περιβάλλον «εγγράφεται» στη βιολογία μας, καθιστώντας τον διαχωρισμό μεταξύ «φύσης» και «ανατροφής» όλο και πιο δύσκολο.
Το «εύκαμπτο» νήμα της πρόληψης
Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο, η επιστήμη παραδέχεται ότι η παχυσαρκία σπάνια προκύπτει από μία μόνο γενετική θέση. Αντίθετα, είναι το αποτέλεσμα της σύγκλισης ευπαθειών σε χιλιάδες σημεία του DNA. Αυτό καθιστά την πρόληψη μια τεράστια πρόκληση. Μέχρι στιγμής, κανένας κλινικός αλγόριθμος δεν μπορεί να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια τον κίνδυνο για κάθε άτομο, αν και η αισιοδοξία για το μέλλον είναι μεγάλη.
Όπως πρότειναν οι MacMahon και Pugh, δεν χρειάζεται να κατανοήσουμε το αιτιολογικό πλέγμα στο σύνολό του για να δράσουμε. Επειδή το DNA μας είναι το «άκαμπτο» νήμα, πρέπει να εστιάσουμε στο «εύκαμπτο» νήμα της ανατροφής και του περιβάλλοντος. Η γνώση έστω και ενός μικρού συστατικού στοιχείου μπορεί να επιτρέψει σημαντική πρόοδο στην πρόληψη.
Συμπέρασμα
Το σωματικό βάρος είναι ένα από τα πιο κληρονομήσιμα χαρακτηριστικά μας και η κληρονομικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο στις διαφορές μεταξύ των ατόμων όσον αφορά την ευαισθησία ή την αντίσταση σε ένα «παχυσαρκογόνο» περιβάλλον. Η παραδοχή όμως αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα και καταδίκη, καθώς και ο τελικός μας φαινότυπος εξαρτάται και από ένα πλήθος άλλων παραγόντων όπως περιβαλλοντικών, κοινωνικών, ψυχολογικών, φαρμακευτικών κτλ.
Η επόμενη δεκαετία υπόσχεται την ανάδυση νέων μηχανισμών και στοχευμένων εργαλείων γονιδιωματικής διαλογής. Η μεγάλη πρόκληση παραμένει η μετάφραση αυτών των ανακαλύψεων σε κλινική πράξη: μια ιατρική που θα σέβεται τη βιολογική και συμπεριφορική ιδιαιτερότητα του καθενός μας, προσφέροντας εξατομικευμένες λύσεις σε ένα πρόβλημα που για χρόνια αντιμετωπιζόταν με γενικές και συχνά αναποτελεσματικές οδηγίες.
Η γενετική μας προδιάθεση μπορεί να είναι το «άκαμπτο νήμα» στην ιστορία μας, όμως το μέλλον της υγείας μας παραμένει μια ανοιχτή σελίδα. Καθώς η επιστήμη αποκωδικοποιεί τα μυστικά του DNA, μας προσφέρει τα εργαλεία για να γράψουμε ένα νέο κεφάλαιο: εκείνο της εξατομικευμένης φροντίδας.
Dr. med. Ελευθερία Πειρουνάκη
- Ενδοκρινολόγος-Διαβητολόγος-Μεταβολισμός
- Διδάκτωρ του Παν/μίου LMU Μονάχου Γερμανίας
- Ειδική Διαβητολόγος της Γερμανικής Διαβητολογικής Κοινότητας
- Ειδική στην Οστεοπόρωση (Μέλος του Γερμανικού Συνδέσμου Οστεολογίας)






